“Βαρβάρα, τυράννων ου κατέπτηξας απειλάς” (Μέρος 1ο). Εγκώμιο στην Αγία Μάρτυρα Βαρβάρα

Πατήστε τον τίτλο για να διαβάσετε όλο το άρθρο

Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

Εκείνο τον καιρό που βασίλευε ο ασεβής Μαξιμιανός και ηγεμόνευε ο Μαρκιανός, ήταν κάποιος τοπάρχης που λεγόταν Διόσκορος, εξαιρετικά πλούσιος, και μανιακός στην προ­σκύνηση των ειδώλων. Αυτός είχε μια μοναχογέννητη κορούλα, με το όνομα Βαρβάρα, που ξεχώριζε για την ομορφιά της κι έλα­μπε με τη σεμνότητα της συμπεριφοράς της. Έκτισε λοιπόν ένα ψηλό πύργο κι έκλεισε μέσα την παρθένο, ώστε να μην βλέπουν οι άνθρωποι τη φωτεινότητα και τη λάμψη της ομορφιάς της που ανθούσε και άστραφτε. Ζώντας λοιπόν εκεί μέσα, ήσυχη από τους έξω θορύβους, έκανε θεοσεβείς λογισμούς, τους καλλιερ­γούσε και τους έτρεφε.

 

Γιατί γνωρίζει η ερημία να γίνεται μητέ­ρα λεπτών και μεγαλόπρεπων εννοιών. Μισούσε την πλάνη και την προσκύνηση των ειδώλων, επειδή οδηγούσε στην παγίδα του άδη, ενώ αποδεχόταν κι αγαπούσε την αληθινή πίστη των Χριστιανών και την ομολογία τη σεπτή της άγιας και ομοούσιας Τριάδος, επειδή ανεβάζει στους ουρανούς. Ζωγράφιζε και ξεδί­πλωνε με το νου της τους συλλογισμούς για την αθανασία της ψυχής, για τη βασιλεία των ουρανών, για την απόλαυση των αθάνατων αγαθών, για τη γέεννα και την ατελεύτητη εκεί κόλα­ση, καθώς και την άστατη και αβέβαιη περιφορά των άστατων πραγμάτων αυτού του κόσμου, κι έβλεπε πάντα με τη φαντασία της τις παρθένες με τις λαμπάδες, που ενώνονται με τον άφθαρτο νυμφίο Χριστό στην ουράνια παστάδα και απολαμβάνουν εκεί μέσα την άρρητη μακαριότητα, και γι’ αυτό λαχταρούσε και πο­θούσε κι ευχόταν να καταξιωθεί κι αυτή την πανόλβια τύχη και την ανέκφραστη χαρά και την ανεκλάλητη δόξα.

          Ενώ λοιπόν απασχολούσε το νου της η φρόνιμη κι αγνή παρθένα με τέτοιες φαντασίες, έρχεται ο πατέρας της. Επειδή πολλοί μεγιστάνες του δήλωναν ότι ποθούσαν πολύ να την κά­νουν σύζυγο και να έρθουν σε γάμου κοινωνία μαζί της, την προέτρεπε να δώσει τη συγκατάθεσή της σ’ αυτό. Αυτή όμως απέκρουε τούς λόγους αυτούς σαν ενοχλητικές φλυαρίες και κοιτά­ζοντας αυστηρά και θυμωμένη τον πατέρα της απορρίπτει ολότελα τη βλαβερή αυτή για την ψυχή συμβουλή, δηλώνοντας να μην της ξαναθυμίσει ένα τέτοιο πράγμα. Γιατί η κοπέλα θεώρησε γελοίο και τελείως ανακόλουθο, έχοντας αφιερώσει μια για πά­ντα τον εαυτό της στον ουράνιο κι αθάνατο νυμφίο κι έχοντας ενωθεί μαζί του, να υποταχτεί στον ελληνικό βόρβορο όμοια με τα σκουλήκια που σέρνονται στο βούρκο. Ο πατέ­ρας της λοιπόν που έκτιζε τότε με πολλή βιασύνη ένα λουτρό έδωσε εντολή στους τεχνίτες να κατασκευάσουν νότια δύο θυρί­δες για φωταγωγούς, κι έφυγε σε ταξίδι.

          Η Βαρβάρα όμως, δούλη της Τριάδος και νύμφη, επισκέφθηκε την οικοδομή κι ανάγκασε τους τεχνίτες ν’ ανοίξουν στο κτήριο τρεις θυρίδες. Επιστρέφοντας και γυρίζοντας η καλή κόρη στον πύργο της, βλέπει τ’ άψυχα κι αναίσθητα είδωλα, που ο Πατέρας της τιμούσε με το σεβασμό του, και πλημμυρισμένη από άγιο Πνεύμα, με ζήλο ένθεο και φλογερό φτύνει στα περιφρονημένα πρόσωπά τους λέγοντας πολύ επίκαιρα τα ψαλμικά λόγια του Δαβίδ «όμοιοι μ’ εσάς να γίνουν όποιοι σας κατα­σκευάζουν και όσοι έχουν σ’ εσάς εμπιστοσύνη». Ω μακάρια αληθινά και φιλόθεη ψυχή! Ω κόρη με φλογερή πίστη, με πίστη στολισμένη! Ω κόρη με θεία σύνεση που μυκτήρισες την αφρο­σύνη και την ανοησία του πατέρα σου! Ω θυγατέρα που έσβη­σες με το καθαρό φρόνημά σου την ανοησία και την εξαπάτηση της προμήτοράς μας Εύας! Μια μικρή προσβολή του εχθρού δέ­χτηκε εκείνη κι αμέσως άλλαξε γνώμη, ενώ αυτή όχι μόνο απέκρουσε τα θέλγητρά του με αδιαλλαξία, αλλά και τον ίδιο έφτυ­σε στο πρόσωπο φτύνοντας τα είδωλα. Γιατί την προσβολή του φτυσίματός της την απέδιδε σ’ εκείνον που ενεργούσε μέσω των ειδώλων, και σ’ αυτόν την εκτόξευσε και την κάρφωσε.

          Όταν γύρισε ο πατέρας της από το ταξίδι θύμωσε κι αγανάκτησε με τους οικοδόμους για τη μεταβολή της διαταγής του και την πρόσθεση και τρίτης θυρίδας, εκείνοι όμως μετέθεσαν την ευθύνη στην κόρη του που τους έδωσε αυτή τη διαταγή. Ζήτησε τότε να μάθει από αυτήν τον αφορμή της κατασκευής τριπλής θυρίδας· αρπάζοντας η πανεύφημη την πρόφαση που της παρουσιαζόταν επίκαιρη, θεολογούσε πανηγυρικά τη δόξα της Τριά­δος παρακινώντας τον άπιστο πατέρα της στη σωτήρια πίστη.

«Ναι, του λέει, γιατί η Τριάδα φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Γιατί το αισθητό τούτο φως τυχαί­νει να είναι κτίσμα και δημιούργημα του φωτός, που νοού­με και προσκυνούμε ως τρεις ενωμένους μεταξύ τους ήλιους, και πολύ θαμπό κι αχνό απεικόνισμα και αποσκίασμά του.

          Ο αναθρεφτής όμως της ασέβειας και συνήγορος του σκότους σαν να τον χτύπησε κατά πρόσωπο η αστραπή της τρίφωτης θεό­τητας με την τρανή και απροκάλυπτη ομολογία της πανένδοξης κόρης και τυφλωμένος μάλλον από τη σκληρή αναλαμπή, ξεχει­λίζοντας από μανία και κοχλάζοντας από θυμό, τράβηξε το ξίφος κι όρμησε ο παραλογισμένος να κατασφάξει την μοναδική κορούλα του, βγαίνοντας ταυτόχρονα έξω από τα όρια και της ευσέβειας και της φύσης, επειδή του είχε δείξει το δρόμο που έπρεπε ν’ ακολουθήσει στη ζωή του. Πραγματικά εκπληρώθηκε και στην περί­πτωση αυτή η θεία πρόρρηση του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, που ξεσηκώνει την κόρη και τη νύφη ενάντια στον πατέρα και στη μητέρα και την πεθερά, τα νέα δηλαδή και πρόσφατα ενάντια στα παλαιά μωρολογήματα, και που χωρίζει το χειρότερο από το καλύτερο.

Τί κάνει λοιπόν η πανένδοξη Βαρβάρα; Βλέποντας το αδιάντροπο τόλμημα του πατέρα της, τον λυπήθηκε περισσότερο για τον ανόσιο φόνο που επιχειρούσε κι ανοίγοντας με την προσευ­χή της μια πελώρια πέτρα που ήταν εκεί όρμησε ανάμεσα της στο άλλο μέρος του βουνού. Ω θαύμα! Να σχίζεται στα δύο η πέτρα και να δέχεται στην αγκαλιά της την αμνάδα, ενώ ο πατέ­ρας και διώκτης της, από την πέτρα πιο αναίσθητος, πέτρωνε πιο πολύ με την πώρωση της καρδιάς του και γινόταν σαν πέτρα σκληρή. Και ούτε το παράδοξο θαύμα μπόρεσε να μαλακώσει τη σκληρότητα κι απανθρωπιά της ψυχής του, αλλά διασχίζοντας το βουνό προσπαθούσε ρωτώντας να τη βρει. Κι αφού τη βρήκε και τη μαστίγωσε, τραβώντας την από τα μαλλιά και σέρνοντας την από το βουνό, γυρίζει πίσω και κλείνει τη μακαριστή κόρη σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Αφού κατάγγειλε στον ηγεμόνα τα σχετι­κά με τη Βαρβάρα, την παραδίνει για να βασανιστεί, ορκίζοντας τον στους θεούς να την εξαντλήσει με σκληρά βασανιστήρια.

Αφού λοιπόν κάθισε ο ηγεμόνας στην πρώτη θέση του βήματος, πρόσταξε να φέρουν τη μάρτυρα. Όταν είδε την ανθη­ρή ομορφιά του προσώπου της, έμεινε έκπληκτος και θαύμασε το χαρούμενο βλέμμα της. Άρχισε τότε να τη δοκιμάζει με φιλο­φρονήσεις, θέλοντας να την πείσει και να την κερδίσει με κολα­κείες. Γιατί αυτό ήταν το πρώτο τέχνασμα του διαβόλου. Ή δηλαδή δοκιμάζει να γοητεύσει και να λυγίσει τον άνθρωπο με τις ηδονές και τους επαίνους, ή να τον εκφοβίσει και να τον τρο­μάξει με απειλές και βασανιστήρια. Όταν λοιπόν άδειασε όλη την πρώτη φαρέτρα του κι έβλεπε ότι η αθλοφόρος περιφρονούσε τα κοσμικά γόητρα κι όλη τη δόξα κι όλη την τρυφή της γης τη θεωρούσε σαν λουλούδι πού μαραίνεται και φυλλορροεί κι ότι μισούσε τις προτροπές και τα γητέματα του σαν δηλητήριο φιδιού κι άλλα δηλητήρια που πρέπει ν’ αποφεύγουμε, στρέφεται αμέσως στο άλλο είδος των πειρασμών. Όταν όμως είδε να πε­ριγελά το ίδιο και τις απειλές, γεμάτος θυμό, επειδή δεν πετύχαι­νε το σκοπό του, τη ρωτάει·

-Τί θέλεις λοιπόν, κορίτσι μου; Να θυσιάσεις στους θεούς, ή να πεθάνεις με σκληρές τιμωρίες;

Η μάρτυς τότε με φρόνημα σταθερό και θαρραλέα στάση με λίγα λόγια και την ευσεβή πίστη της διατρανώνει και την ανοησία των άθεων τυράννων στηλιτεύει. Και τί λέγει;

-Εγώ, του λέει, είμαι έτοιμη να θυσιάσω στον Κύριό μου Ιησού Χριστό, τον ποιητή του ουρανού και της γης και της θάλασσας κι όλων όσα περιέχουν. Τους δικούς σας θεούς πολύ σωστά τους περιγέλασε ο προφήτης λέγοντας· «στό­μα έχουν και δεν θα μιλήσουν· έχουν μάτια αλλά δεν θα δουν· μύτες και δεν θα νιώσουν μυρωδιά· χέρια έχουν και δεν θα πιάσουν· πόδια θ’ αποκτήσουν, αλλά δεν θα περπατήσουν· δεν θα βγάλουν φωνή από το λάρυγγά τους. Είθε να γίνουν όμοιοι τους όσοι τα πράττουν αυτά, κι όλοι όσοι έχουν πιστέψει σ’ αυτούς». Γιατί όπως τους έχετε αποδώσει το σεβαστό όνομα του θεού ψευδώνυμα, έτσι μένουν άμοιροι και ορφανοί από τη ζωτική ενέργεια.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

κορυφή σελίδας